Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Περί κρίσης, γάλακτος και λοιποί παραλογισμοί...

Θα σκάσω. Πνίγομαι μέσα στο σπίτι μου, μέσα στο ίδιο μου το σώμα. Και τι να κάνω, που δεν έχω άλλο (ούτε σπίτι, ούτε σώμα)... Το κεφάλι μου έχει πονέσει από τη σκέψη και σε λίγο θα ξεχειλίσει... Δε χωράει άλλα το καημένο... Ώρες ώρες, νομίζω ότι έπρεπε να είχα παραγγείλει κάτι σε XXL... Κάτι σε υδροκέφαλο, βρε αδερφέ, μήπως και χωρέσουν όλα αυτά που πάνε να στριμωχτούνε εκεί μέσα. Άλλες φορές πάλι, σκέφτομαι πως δε μου φταίει το (medium-sized) κεφάλι μου, αλλά εγώ η ίδια, που δεν έχω ξεπεράσει ακόμα (23 χρονών γαϊδούρα) το στάδιο του πεντάχρονου. Ξέρετε, εκείνο που δεν ξέρει να πει άλλο από το εκνευριστικά μονότονο, "Μαμά, μαμά... Γιατί αυτό; Γιατί το άλλο;" Σαν ένα πεντάχρονο, λοιπόν, εγκλωβισμένο στο 23χρονο πλέον σώμα μου, και μη έχοντας τη μαμά μου από κοντά, επιμένω να ρωτάω ξανά και ξανά τον εαυτό μου, "Γιατί το ένα; Γιατί το άλλο;". Και πόσο να σου απαντήσει κι ο έρμος ο εαυτός; Ένας άνθρωπος είναι (το ελπίζω, δηλαδή, γιατί αν υποψιαστώ ότι είμαι και πολλαπλή προσωπικότητα -εκτός όλων των άλλων- δεν θα το αντέξω, η γυναίκα). "Γιατί έτσι, χριστιανή μου (-λέμε τώρα)! Μπα, που να σκάσεις... Γιατί και γιατί... Λύσσαξες... Σιγά μη σου δώσουμε και λογαριασμό!"
Πού ήμασταν; Α, ναι... Εκεί που θα έσκαγα.
Θα σκάσω, λοιπόν. Και όχι... Δεν αναφέρομαι μόνο στους 38 βαθμούς Κελσίου που επικρατούν στην Αθήνα, 25 του Ιούλη (πότε πήγε 25, και δεν το πήρα χαμπάρι; αλλά όχι... δεν θα τον πάθω κι αυτό τον πανικό τώρα...δεν προλαβαίνω...). Βρίσκομαι εν μέσω κρίσης. Οικονομικής και όχι μόνο. Κρίσης αυτογνωσίας, αυτοπεποίθησης, αυτοκυριαρχίας, αυτοσαρκασμού, αυτο-γενικά. Τώρα, θα μου πεις, όταν είσαι κλεισμένη σπίτι σου στο κέντρο της Αθήνας, καλοκαιριάτικα και συνάμα Κυριακάτικα, τι περιμένεις; Δύσκολο είναι να σου έρθει η κρίση; Πού θα πάει, νόμιζες; Στις παραλίες και τα beach bars; Όχι, φίλε μου. Σε μένα θα' ρθει. Το αναγνωρίζω και προχωρώ παρακάτω, γιατί ξεφεύγω πάλι.
Κάθομαι και σκέφτομαι, που λες, και μια φράση τριγυρνάει στο μυαλό μου από το πρωί. There is no use crying over spilled milk. Έτσι λένε οι αγγλόφωνοι και δίκιο έχουν. Κι έρχομαι να εξηγήσω και να αναλύσω (όχι που θα μου γλιτώνατε).
Χύθηκε το γάλα, σου λέει. Δεν πα να χτυπιέσαι εσύ από πάνω; Πίσω στο κουτί δεν μπαίνει. Και πες ότι μπήκε, δηλαδή (έλα τώρα, μην κολλάς στα γραφειοκρατικά, "Πώς μπήκε, δηλαδή, ρε κοπελιά; Το μετάνιωσε και πήδηξε πάλι μέσα;"... με κουράζεις... πες ότι πήδηξε, ότι πήρε λεωφορείο, ότι τηλεμεταφέρθηκε... πες ό,τι θες τέλος πάντων... δε μας ενδιαφέρει η μέθοδος...μια φορά, γύρισε μέσα στο κουτί κι αυτό κρατάμε). Πες λοιπόν, ότι ξαναμπήκε στο κουτί. Τι θα κάνεις; Θα το πιεις, τώρα που έχει σκουπίσει ό,τι μικρόβιο κυκλοφορούσε στο σπίτι; (και δεν υπονοώ κάτι για την προσωπική σας υγιεινή...) Το παίρνεις το ρίσκο; Δεν το παίρνεις...(Τ' ακούς; Τ' ακούω, να λες.)
Κι έρχομαι να προσθέσω άλλη μια παράμετρο. Σου λέω ότι, όχι μόνο χύθηκε, αλλά ήταν και ληγμένο. Εντάξει, δεν είχε γίνει και γιαούρτι, αλλά μια-δυο μέρες είχαν περάσει από την αναγραφόμενη ημερομηνία. Θα μου πεις, τι είναι μια δυο μέρες; Κυριακή είναι κι έχει και ζέστη που σκάει ο τζίτζικας έξω, πού να τρέχεις να βρεις φρέσκο; Ναι, δε λέω... Κι εγώ μαζί σας είμαι. Αλλά και ληγμένο και χυμένο; Πού πας, βρε ταλαίπωρη; Δεν τη βλέπεις την γαστρεντερίτιδα που σε κοιτάει κατάματα;
Κι έχω κι άλλη απορία, τώρα που το θυμήθηκα. Λέμε, δηλαδή, ότι και λίγο ληγμένο να είναι το γάλα, δεν παθαίνεις τίποτα. Αλλά πόσο ακριβώς είναι το λίγο; Στη μια μέρα, είσαι καλά. Αλλά στις τρεις; Στις τέσσερις; Ποιο ακριβώς είναι το περιθώριο ασφαλείας; "Η ημερομηνία λήξης, κοπελιά! Το 'πιασες;" Οκ, μη βαράτε... Μια ερώτηση έκανα... "Όχι, καλή μου! Άμα θες ασφάλεια, να μείνεις στην ημερομηνία λήξης και να κόψεις τις μαγκιές... Μας τα 'πρηξες πια..."
Και ξαναγυρνάω στον αρχικό συλλογισμό, διότι μου φαίνεται ότι σε λίγο θα πρέπει να αναθεωρήσω το ενδεχόμενο της πολλαπλής προσωπικότητας και βαριέμαι τώρα...(από Δευτέρα αυτό...όπως το γυμναστήριο, η δίαιτα και όλα αυτά τα ευχάριστα). Στέκεται, λοιπόν, περήφανο κι αγέρωχο το ληγμένο γάλα στο ψυγείο και πάνω που πας, όλο σκέρτσο και νάζι, να το πιάσεις... τσουπ! χύνεται. Και κάθεσαι εσύ και κλαις από πάνω σαν το χάνο. Λέω τώρα εγώ, μια ιδέα ρίχνω δηλαδή... Μήπως, μήπως λέω, αντί να πλαντάζεις σαν κακομαθημένο νήπιο, να πεις "Δόξα σοι, ο Θεός (το σύμπαν, ο Αλλάχ, ο Βούδας, το Cosmopolitan, όπως βολεύεται ο καθένας, τέλος πάντων...)", που σε προφύλαξε και επενέβη να χυθεί, μπας και τη γλιτώσεις τη γαστρεντερίτιδα που λέγαμε; Λέω εγώ, αλλά ποιος μ' ακούει; Κανένας θα μου πεις.
Γιατί, να σου! ξεπηδάνε κι αυτοί οι συναισθηματισμοί σαν, να μην πω τι (με πιάσαν οι ντροπές, τρομάρα μου...Σαν τις πορδές! Να! το πα και ησύχασα). Λες και δε μας φτάνανε όλα τ' άλλα... Έρχεται, λοιπόν, το συναισθηματικό παραλήρημα και λέει: "Γιατί να μην κλάψεις, δηλαδή; Και γιατί να μην το πιεις κιόλας, το γάλα; Επειδή, δηλαδή, ήτανε κατιτίς παραπάνω από ξινό; Αυτό μανούλα δεν έχει; ("Σιγά μην έχει και προπάππου..." Στην αγελάδα που το έφτιαξε, αναφέρομαι... αμέσως... να τη σκεφτείτε την κακία...) Αυτό ψυχή δεν έχει; ("Ώπα, κοπελιά! Το παράκανες! Είπαμε ποιητική άδεια το ένα, ποιητική άδεια το άλλο, αλλα το 'χεσες το θεματάκι"... καλά, καλά... επεκτείνω ελαφρώς την έννοια της ψυχούλας της μανούλας/αγελάδας, για περιγραφικούς λόγους... μην κολλάς στις λεπτομέρειες, λέμε...)" Και άντε, σου λέω εγώ, ότι έχει και μανούλα και ψυχούλα (μην ξεροβήχετε... σας ακούω!)... Εγώ τι φταίω, φίλε μου, να καταλήξω (πάλι) στο νοσοκομείο με τροφική δηλητηρίαση; Εε;
"Δε φταις;", θα μου πεις. "Να μην το 'πινες, μανάρι μου!" Αχ, και πόσο μου τη δίνει όταν μου λένε, με το δάχτυλο στον κρόταφο και αυτή τη διαστροφική ευχαρίστηση στο βλέμμα: "Σ'τα 'λεγα εγώ, αλλά δε μ' άκουγες!" Ναι, ρε φιλαράκι, μου τα' λεγες, αλλά ήταν που είχα κι αυτή την απορία, πόσο σε παίρνει μετά την ημερομηνία λήξης.
Αλλά -για να μην το τραβάω κι απ' τα μαλλιά το θέμα- πάει τώρα... Ληγμένο, ξεληγμένο, χύθηκε το γάλα! Kαι πάρ' το χαμπάρι, Ευάκι! There is no use crying over spilled milk!

Ηθικό δίδαγμα υπ' αριθμόν 1: Αν μπορείτε να την κάνετε απ' την Αθήνα, πάρτε αμάξι, τρένο, πλοίο, λεωφορείο, πατίνι, κόφτε το και με τα πόδια στην ανάγκη, γιατί καυσαέριο + τσιμέντο + καύσωνας = το άνωθεν παραλήρημα, που ως καλή κατάσταση εγκεφάλου, δεν το περιγράφεις, με την καμία.
Ηθικό δίδαγμα υπ' αριθμόν 2: Αν το γάλα σας (ή οποιοδήποτε άλλο προϊόν, τέλος πάντων) έληξε χθες, πιείτε το! Το πολύ πολύ να καταλήξετε με μια μικρή καούρα. Αλλά δεν πέθανε κανείς από μια μικρή καούρα! Ίσως και να βγείτε κερδισμένοι... Ποιος ξέρει...
Ηθικό δίδαγμα υπ' αριθμόν 3: Αν η ημερομηνία λήξης έχει παρέλθει από καιρό, πετάξτε το! Μην περιμένετε ούτε το Θεό, ούτε το σύμπαν, ούτε τον Αλλάχ, ούτε το Βούδα, ούτε (και κυρίως αυτό) το Cosmopolitan, να σας βγάλει από τη δύσκολη θέση... Υπάρχει μια (αμυδρή μεν, αλλά υπαρκτή) πιθανότητα να έχουν κάτι σημαντικότερο να κάνουν απ' το να κοιτάνε το δικό σας το γάλα...
Ηθικό δίδαγμα υπ' αριθμόν 4 (και τελευταίο, γιατί σα να βαρεθήκατε, μου φαίνεται): Αν το γάλα σας χύθηκε, πάρτε σφουγγαρίστρα και μαζέψτε το! Αλλιώς, το μόνο που μπορεί να γίνει είναι να σας φάνε και οι μύγες από πάνω... Και κερατάς και δαρμένος, που λένε!
Κατάλαβες; Κατάλαβα, να λες... (μην μπερδεύεστε... σε μένα απευθύνομαι...)

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

Ευσεβείς πόθοι...

Θέλω να σ'αφήσω...
Θέλω να βρω τη δύναμη να σε σπάσω...
Θέλω να μην αναγκαστώ ποτέ πια να σε ανεχτώ μέσα μου...
Θέλω να μην ξαναμπείς στο σπίτι μου, στο αμάξι μου...
Δε θέλω να σε έχω πάντα και παντού μαζί μου...
Δε θέλω να σε έχω ανάγκη πια...
Δε θέλω να είσαι η πρώτη μου σκέψη όταν ξυπνάω...
Δε θέλω να ξοδεύω ούτε το χρόνο μου ούτε τα λεφτά μου σε σένα...
Θέλω να φύγεις από τη ζωή μου μια και καλή...
Θέλω να είμαι ελεύθερη από σένα...
Με καταστρέφεις, πώς αλλιώς να το πω;
Καταραμένο τσιγάρο...Θέλω να σε κόψω...

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010



Κλείσε τα φώτα έχει πάει στα ύψη το ρεύμα....

Κρίμα να πληρώνουμε...

Άναψέ τα όταν αποφασίσεις να δεις...

Κρίμα να πληρώνουμε...

Κι άμα τ'ανάψεις, μην ξεχάσεις να ανοίξεις και τα μάτια...

Κρίμα να πληρώνουμε...

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

(Στο δρόμο...)



Κάποιος φίλος μου είπε κάποτε, ότι όλα αρχίζουν, πραγματικά, στο σώμα κι όχι στο μυαλό. Και κάπου εκεί τελειώνουν, συμπληρώνω εγώ. Στο σώμα. Το μυαλό άλλοτε προηγείται, άλλοτε ακολουθεί, μα σπανίως συμβαδίζει.


Εδώ όλα είναι περαστικά. Εκεί περνάνε άραγε;


Η τελειότητα είναι κάτι που μίσησα από την αρχή. Βαρετή και προβλέψιμη. Κι όμως, χωρίς ποτέ να πλησιάσω καν την τελειότητα, βρέθηκα να μοιράζομαι μαζί της εκείνο που απεχθανόμουν. Να γίνομαι βαρετή και προβλέψιμη. Δεδομένη.


Και κοίτα να δεις μια ειρωνεία! Κάθε που το αλλάζω, βρίσκομαι να απεχθάνομαι τον εαυτό μου. Θα συνηθίσω κάποτε...


Η παράκαμψη δεν είναι πάντα εύκολη. Κι όταν κόβεις δρόμο, να θυμάσαι ότι μπορεί και να χαθείς. Οι παράδρομοι δεν είναι πάντα γραμμένοι στο χάρτη.


Δεν αντιλέγω! Ο κίνδυνος έχει την γοητεία του. Αλλά είσαι σίγουρος πως είσαι έτοιμος να παίξεις με τη γοητεία του κινδύνου; Για ξανασκέψου το.


Θυμάσαι τι μου έλεγες φίλε μου; Όλα αρχίζουν και τελειώνουν στο σώμα κι όχι στο μυαλό. "Στο μυαλό σου, δε θα μπει ποτέ κανείς", είχαμε συμφωνήσει.


Λατρεύω τις στάσεις των λεωφορείων και σχεδόν ποτέ δεν παίρνω το μετρό πια. Θέλω να βλέπω τον ουρανό και τα αυτοκίνητα και τους δρόμους και τους ανθρώπους. Είναι που βαρέθηκα τα υπόγεια.


Θέλω φως!



Τα υπόγεια με τρομάζουν. Είναι σαν τις σκέψεις των άλλων. Σκοτεινά. Τίποτα δεν είναι σαφές μέχρι να φτάσεις στο τέλος. Στο φως. Μέχρι να βγεις.


Εγώ σου είπα ότι πρέπει να μοιράζεσαι.
Τον πόνο, τη χαρά, τη δυσκολία, τον προβληματισμό .


Τι ειρωνεία και πάλι! Εγώ δεν το έκανα. Να τα γράφεις αυτά που σου λέω. Να μου τα λες κι εσύ μετά. Χρειάζομαι να τα ακούω.


Κατέβηκες από το αμάξι, πριν καλά καλά τελειώσω τα παράπονα. Και μετά, συνέχισα μόνη μου. Δεν είχαν αξία τα παράπονα όταν τα έκανα σε μένα.


Στο δρόμο για το λιμάνι, άλλαξε κάτι. Μάλλον ξύπνησα. Ή κοιμήθηκα. Δεν είμαι σίγουρη. Άλλαξα εγώ. Πάντα υπέρμαχη της αλλαγής, αλλά ταλαντεύομαι τώρα.


"Μην τα αμφισβητείς όλα. Θα χάσεις τον εαυτό σου. Θα χάσεις και όλους τους άλλους. Θα χαθείς στον κυκεώνα της σκέψης σου."


"Στην τρίτη καίγονται οι άνθρωποι", μου είπε κάποιος άλλος. Το θυμάται άραγε; Ποιος ξέρει;


Εμένα μου έμειναν οι μελανιές κι οι γρατσουνιές στα χέρια. Δε βαριέσαι; Περαστικές είναι. Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά!

Κράτα κι εσύ τη σιωπή και πορεύσου... Καλή τύχη...

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Αντί σιωπής...

- Μου ζήτησες φωτιά. Θυμάσαι;

- Μα δεν καπνίζω.

- Μου ζήτησες φωτιά. Κρύωνες.

- Εσύ περισσότερο.

- Αλήθεια είναι.

- Με ζέστανες.

- Με πάγωσες στο τέλος.

- Με έκαιγες.

- Σε έκαιγε κάτι άλλο.

- Με έκαιγες εσύ. Με έπνιγε ο καπνός.

- Ανακουφίστηκες τώρα;

- Κρυώνω πάλι.

- Αλλάζει ο καιρός και θα σε ζεστάνει.

- Θέλω φωτιά.

- Δεν καπνίζω...

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Παράτησες την προσπάθεια και κλείστηκες σ' ένα γυάλινο κλουβί. Ήθελες να μείνεις μόνος εκεί, μακριά απ' τον κόσμο. Αλλά κανείς, φαίνεται, δε σου είπε ότι μέσα απ' το γυαλί βλέπεις. Και σε βλέπουν. Ή μήπως το 'ξερες και αυτό ήθελες, πραγματικά; Δεν είμαι πια σίγουρη.

Το 'χες συνήθεια από παλιά να περπατάς σε τεντωμένα σκοινιά. Με τα χέρια πάντα απλωμένα, τάχα για να ισορροπείς, μάλλον σα να περίμενες να αγκαλιάσεις τον κίνδυνο. Φώναζες πως κανέναν δε θέλεις, τίποτα δεν έχεις ανάγκη. Κραυγές απελπισμένης ανάγκης για προσοχή θα τις έλεγα σήμερα. Εγώ σε κοιτούσα στα μάτια. Εσύ κοιτούσες τον ορίζοντα. Έψαχνες πάντα την άκρη. Σου 'λεγα πως όλα περαστικά είναι. Μου 'λεγες ότι τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά. Σου κρατούσα το χέρι για να νιώθεις ασφάλεια. Νόμιζες πως προσπαθούσα να σε τραβήξω μακριά από σένα. Ίσως και να το έκανα. Όταν πίστευα πως δεν ήσουν στ' αλήθεια εσύ. Θυμάσαι; Χανόσουν. Γινόσουν άλλος, πίσω από βαριά σύννεφα καπνού και κάτω απ' τη μυρωδιά του αλκοόλ. Όντως σε τραβούσα μακριά από σένα, γιατί δεν ήσουν εσύ. Χανόσουν και σε έχανα. Κάθε μέρα και περισσότερο.

Αλλά δεν κατάφερα φαίνεται να σε τραβήξω αρκετά δυνατά. Ή είχες τόσο πείσμα να μη με αφήσεις να το κάνω. Κι έτσι μια μέρα είδα ότι δε σε κρατούσα πια. Είχες ξεγλιστρήσει περίτεχνα το χέρι σου μακριά απ' το δικό μου, την ώρα που κοιμόμουν. Σκέφτηκα τότε ότι ίσως να ήταν ώρα να σε αφήσω. Ίσως έπρεπε να μείνεις για λίγο μόνος για να δεις αν σε βαστάνε τα πόδια σου.

Και τότε βρήκες την ευκαιρία και κλείστηκες στη γυάλινη φυλακή σου. Και σε έβλεπα και με έβλεπες κι εσύ αλλά δε μπορούσα πια να σε κρατάω. Σου φώναζα και με έβλεπες αλλά δε με άκουγες. Είχες διπλοκλειδώσει την πόρτα και είχες το κλειδί στα χέρια. Μα το κοιτούσες σα να μην ήξερες τι να το κάνεις. Το 'βαλες κάποτε στην τσέπη σου και από τότε έμεινε εκεί.

Αναρωτιέμαι αν ακόμα θυμάσαι ότι δικό σου είναι το κλειδί. Αναρωτιέμαι αν ακόμα θυμάσαι ότι και η κλειδαριά δική σου είναι. Και η φυλακή δική σου. Αναρωτιέμαι αν θα ακούσεις ποτέ τις φωνές μου. Αναρωτιέμαι πότε θα σε κοιτάξω στα μάτια και θα δω και πάλι εσένα. Όπως παλιά. Όπως σε θυμάμαι.

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Στιγμιαία

Αν μου χάριζες μια στιγμή, θα σε αγκάλιαζα.
Αν μου χάριζες μια στιγμή, θα σε φιλούσα στο μάγουλο σαν παιδάκι και θα σου έλεγα πόσο πολύ σ' αγαπώ.
Αν μου χάριζες μια στιγμή, θα σου έλεγα πόσο πολύ σε μίσησα όταν αποφάσισες να φύγεις.
Κι ύστερα θα σου έλεγα πόσο πολύ μίσησα τον εαυτό μου, που μ' άφησα να πιστεύω ότι θα μπορούσα ποτέ να σε μισήσω.
Αν μου χάριζες μια στιγμή, θα έπιανα το χέρι σου και θα το έβαζα στο στήθος μου, να νιώσεις πώς νιώθω όταν σε αντικρίζω.
Αν μου χάριζες μια στιγμή, θα σου έδειχνα πόσο λάθος έχεις κάνει.
Θα σου έδειχνα μετά, πόσο λάθος έχω κάνει κι εγώ, που δε σου το 'πα ποτέ.
Αν μου χάριζες μια στιγμή, θα ψιθύριζα στο αυτί σου όλα μου τα μυστικά.
Αν μου χάριζες μια στιγμή, θα σε έβαζα συνοδηγό και θα σε πήγαινα στην παραλία, να αγγίξεις τη θάλασσα.
Αν μου χάριζες μια στιγμή, θα σου έδειχνα τον ουρανό και θα σου έλεγα πως ο ήλιος λάμπει για όλους μας.
Αν μου χάριζες μια στιγμή, θα σου έλεγα πόσο λατρεύω τη διαφορετικότητά σου.
Αν μου χάριζες μια στιγμή, θα έκλεινα τα μάτια για ν' αποκοιμηθώ δίπλα σου, όπως παλιά.
Αν μου χάριζες μια στιγμή, μπορεί και να σώπαινα για να σ' αφήσω ν' ακούσεις πόσο μελωδική είναι η σιωπή όταν είμαστε μαζί.
Αν μου χάριζες μια στιγμή, θα χαμογελούσα κι ίσως χαμογελούσες κι εσύ.
Αν μου χάριζες μια στιγμή, θα σε κοιτούσα στα μάτια.
Αν μου χάριζες μια στιγμή, θα σου έλεγα πως η ζωή υπάρχει για να τη ζεις κι όχι για να την ονειρεύεσαι.
Μα αν μου χάριζες μια στιγμή, η στιγμή θα περνούσε μέχρι να διαλέξω τι να πω και τι να κάνω σε μια στιγμή, όταν εγώ θα ήθελα, πάνω από όλα, να σου χάριζα όλες τις δικές μου...